παρρησια


παρρησια
    παρρησία
    παρ-ρησία
    ἥ
    1) откровенная речь, откровенность, прямота
    

(ἐλευθερία καὴ π. Plat.; π. καὴ ἰσηγορία καὴ δημοκρατία Polyb.)

    παρρησίᾳ θάλλειν и παρρησίαν ἔχειν Eur. — пользоваться свободой слова;
    παρρησίᾳ φράζειν Eur. — откровенно говорить;
    μετὰ παρρησίας Dem. — со всей откровенностью;
    ἐν παρρησίᾳ NT. — явно, откровенно, всенародно

    2) невоздержность на язык
    

(π. κατακορής Plat.)

    3) дерзание, смелость
    

(παρρησίαν ἔχειν εἴς τι и πρός τινα NT.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "παρρησια" в других словарях:

  • παρρησία — παρρησίᾱ , παρρησία outspokenness fem nom/voc/acc dual παρρησίᾱ , παρρησία outspokenness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρρησία — η 1) дерзновение (в молитве): οι άγιοι έχουν παρρησία στον Θεό у святых есть дерзновение к Богу; 2) откровенность; 3) список имен для поминовения на богослужении Этим. дргр. < παρ (< παν ) + ρησια < ρήσις «слово, речь» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • παρρησία — η, ΝΜΑ 1. η ελεύθερη έκφραση γνώμης, το να εκφράζει κανείς την άποψή του με θάρρος και ειλικρίνεια («τἀληθῆ μετὰ παρρησίας ἐρῶ πρὸς ὑμᾱς», Δημοσθ.) 2. η ελευθερία τής προσέγγισης, το θάρρος τού χριστιανού να προσεγγίσει τον Θεό, να κοινωνήσει ή… …   Dictionary of Greek

  • παρρησίᾳ — παρρησίαι , παρρησία outspokenness fem nom/voc pl παρρησίᾱͅ , παρρησία outspokenness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρρησία — η το θάρρος της γνώμης, η ειλικρινής έκφραση απόψεων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρρησίας — παρρησίᾱς , παρρησία outspokenness fem acc pl παρρησίᾱς , παρρησία outspokenness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρρησίαι — παρρησία outspokenness fem nom/voc pl παρρησίᾱͅ , παρρησία outspokenness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρρησίαν — παρρησίᾱν , παρρησία outspokenness fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρρησιῶν — παρρησία outspokenness fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρρησίαις — παρρησία outspokenness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρρησίη — παρρησία outspokenness fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.